σάνγκαμον

Ν
φρ. «μεσοπαγετώδης εποχή σάνγκαμον» ή, απλώς, «το σανγκαμόνιο»
γεωλ. μεγάλη υποδιαίρεση τού πλειστοκαίνου και τών αποθέσεών του στη Βόρεια Αμερική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sangamon < Sangamon, ποταμός και πολιτεία στην Αμερική].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανγκαμόνιο — το, Ν γεωλ. βλ. σάνγκαμον …   Dictionary of Greek

  • Σπρίνγκφηλντ — (Springfield). Όνομα πόλεων των ΗΠΑ. 1. Πρωτεύουσα της πολιτείας Ιλινόις, σε μικρή απόσταση από τον ποταμό Σανγκάμον (κάτ. 105.227). Βρίσκεται στο κέντρο μεγάλης περιοχής καλλιέργειας αραβόσιτου και έχει αναπτυγμένη βιομηχανία γεωργικών… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.